Πρωτ. Γεώργιος Δορμπαράκης : Πότε διαλέγουμε πνευματικό με λάθος κριτήρια
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Πρωτ. Γεώργιος Δορμπαράκης : Πότε διαλέγουμε πνευματικό με λάθος κριτήρια

Δυστυχώς πολλές φορές διαλέγουμε πνευματικό με λάθος κριτήρια και ορισμένα από αυτά αναφέρονται παρακάτω.

Ἄς δοῦμε ὅμως μερικές περιπτώσεις μή ὀρθῆς ἐπιλογῆς πνευματικοῦ: 

Ἡ ἐπιλογή τοῦ θεωρούμενου Γέροντα καί χαρισματούχου.

Ὑπάρχουν πιστοί πού ψάχνουν νά βροῦν ὡς πνευματικό ἐκεῖνον πού ἔχει φήμη Γέροντα καί χαρισματούχου, ἐκεῖνον πού διορατικά θά δώσει ἀπάντηση σέ κάποια προβλήματά τους. Κάνουν ταξίδια, ὑποβάλλονται σέ κόπους, χάνουν πολύτιμο χρόνο, γιά νά τούς δεῖ ἐκεῖνος πού ἄκουσαν ὅτι κάνει θαύματα, ὅτι τούς ἀποκαλύπτει μυστικά τῆς ζωῆς τους, ὅτι μ’ ἕνα λόγο τους ἀνοίγει νέες προοπτικές γι’ αὐτούς.

Καί δέν ἔχουμε κανένα λόγο βεβαίως ν’ ἀμφισβητήσουμε τήν ὕπαρξη τῶν Γερόντων αὐτῶν, μέ τό διορατικό καί προορατικό χάρισμα. Κάθε ἄλλο μάλιστα! Πῶς εἶναι δυνατόν νά θέσει κανείς ἐν ἀμφιβόλῳ ὅ,τι εἶναι ἐκ Θεοῦ, χωρίς νά γίνει θεομάχος; Μά μιά τέτοια κατάσταση κυνηγητοῦ τους πολύ συχνά ὑποκρύπτει τήν ἀνυπαρξία τῆς γνήσιας μετάνοιας, φανερώνει ἕναν ἀβυσσαλέο ἐγωϊσμό, ἐνῶ ὑποβιβάζει τήν πνευματική ζωή σ’ ἐπίπεδο φακιρισμοῦ. Ἄλλο νά ὁδηγηθοῦν τά βήματά μου σέ ἕναν τέτοιο γέροντα γιά νά πάρω τήν εὐλογία του καί πιθανόν λύση σέ κάποιο ἰδιαίτερο πρόβλημά μου, καί ἄλλο νά θεωρῶ ὅτι μόνον σ’ αὐτόν μπορῶ νά καταθέσω τήν ψυχή καί τούς λογισμούς μου καί ἄν δέν τόν βρῶ, δέν θά χρειαστῶ κανέναν ἄλλον!

Τέτοιες περιπτώσεις ἀνθρώπων ἦσαν ἀπευκτέες καί γιά τούς ἴδιους τούς Γέροντες, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νά τίς ἀποφύγουν, ἤ σέ ἀδυναμία ἀποφυγῆς τίς θεωροῦσαν ὡς μεγάλη κόπωσή τους! 

Δυστυχῶς σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις βρίσκει ἔδαφος νά ἀναπτυχτεῖ καί τό φαινόμενο τοῦ ψευδο-γεροντισμοῦ, τῆς καταστάσεως δηλ. κατά τήν ὁποία κάποιοι κληρικοί ἤ καί ἁπλοί καλόγεροι ἐκμεταλλεύονται τούς ἀφελεῖς καί ἀνυποψίαστους πνευματικά αὐτούς πιστούς, πού εἶναι ἕτοιμοι νά τά δώσουν ὅλα στόν θεωρούμενο γέροντα. Κι ἀντί νά βροῦν ἐκεῖνον πού θά τούς «ἀνοίξει τά μάτια» στήν πνευματική ζωή, προκειμένου νά κατανοήσουν τό μεγαλεῖο τῆς κατά Χριστόν ζωῆς καί τήν ἐλευθερία πού ὁ Χριστός δίνει στούς ἀνθρώπους, συναντοῦν ἐκεῖνον πού τούς ὑποδουλώνει συνήθως στόν ἑαυτό τους, τούς δημιουργεῖ τήν αἴσθηση τῆς ἀνικανότητάς τους χωρίς αὐτόν, κρατώντας τους πάντοτε στό ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς νηπιότητας, μέ ἀποτέλεσμα συχνό τή συναισθηματική καί ὑλική ἀφαίμαξή τους, καί τό χειρότερο: τήν κατάρρευσή τους σέ περίπτωση ἀνάνηψής τους!

Μέσα στά πλαίσια τοῦ ψευδο-γεροντισμοῦ ἐντάσσεται καί ἡ περίπτωση ἐκείνων τῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι χωρίς νά ἔχουν κακή καί πονηρή διάθεση ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἀνθρώπων τούς ἀντιμετωπίζουν ὡς ὑποτακτικούς μοναστηριοῦ. Κι ἐνῶ πρόκειται γιά κοσμικούς, μέ τήν ἔννοια ἐν τῶ κόσμῳ εὑρισκομένους, ἀνθρώπους πού τό στοιχεῖο τῆς ὑπακοῆς ὑφίσταται μέν, ἀλλά πιό χαλαρά κι ὄχι μέ τόν τρόπο ἑνός καλογέρου, ὅμως δέχονται πιέσεις καί ἔλεγχο ἀπό αὐτούς τούς κληρικούς, μέ κίνδυνο, ὅπως εἴπαμε, τήν ψυχική τους διάλυση, ἀλλά πολύ συχνά καί τήν οἰκογενειακή τους καταστροφή! Στήν περίπτωση αὐτή ὁ συνδυασμός ἀκατήχητου καί ἄπειρου πνευματικά ἀνθρώπου ἀφενός καί κληρικοῦ ἀδιάκριτου καί μέ «ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» ἀφετέρου συνιστᾶ ἐκρηκτικό δίδυμο: ὅ,τι πιό ἐπικίνδυνο μπορεῖ νά βρεθεῖ!

Ἡ ἐπιδίωξη λοιπόν χαρισματούχου πνευματικοῦ γιά τή ζωή τοῦ πιστοῦ εἶναι συνήθως ἀποτυχημένη, γιατί, τό λιγότερο, ἀποκαλύπτει ἐπιφανειακή μή ὀρθή πνευματική ζωή του.

Ἡ ἐπιλογή τοῦ διάσημου καί φημισμένου πνευματικοῦ. 


Κι ἐδῶ τά πράγματα δέν πᾶνε πίσω, καθώς λέμε. Ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὅτι ἡ ἐπιλογή αὐτή εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη: διαλέγει κανείς ἐκεῖνον πού κατά τεκμήριο εἶναι πολύ καλός πνευματικός. Ἔτσι λέει ὁ κόσμος. Τό πλῆθος πού συνωστίζεται μέ τήν παρουσία του συνιστᾶ ἀπόδειξη. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Στήν περίπτωση αὐτή κριτήριο δέν εἶναι καί πάλι τό πνευματικό συμφέρον τοῦ πιστοῦ, ἡ κατά Χριστόν προκοπή του, ἀλλά ἡ γνώμη τοῦ κόσμου. Καί γνωρίζουμε ὅτι πολύ συχνά ἡ ἀκολουθία τῆς γνώμης τοῦ κόσμου, τό ν’ ἀκολουθεῖ κανείς τό συρμό, ὑποκρύπτει τήν ἀνασφάλεια τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δέν στηρίζεται στίς δικές του δυνάμεις, ἀλλά ψάχνει τή μητρική ἀγκαλιά, ἐν προκειμένω: τήν ἀγκαλιά τῆς μάζας. Μέ ἄλλα λόγια τό κριτήριο δέν εἶναι πνευματικό, ἀλλά ψυχολογικό. 

Χωρίς νά ἔχουμε τήν παραμικρή διάθεση ἀμφισβήτησης τῆς ἁγιότητας ἑνός τέτοιου πνευματικοῦ, διασήμου καί φημισμένου – γιά νά πηγαίνει πλῆθος κόσμου σ’ αὐτόν, κάτι βρίσκει πού μιλᾶ στήν καρδιά του – πρέπει νά ἐπισημάνουμε τήν ἀλήθεια: στήν περίπτωση πού καταφεύγει κανείς στόν πνευματικό μέ ὄνομα, πρέπει νά εἶναι ἕτοιμος νά μήν μπορεῖ ἴσως νά ἐξομολογηθεῖ καί νά καθοδηγηθεῖ σωστά. Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι δέν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος στόν πνευματικό αὐτό. Ὁπότε ἤ δέν θά τόν βρεῖ τότε πού πιθανόν τόν χρειάζεται – μπορεῖ νά περιμένει ὧρες χωρίς ἀποτέλεσμα ἤ νά τοῦ κλειστεῖ ραντεβοῦ μετά ἀπό καιρό – ἤ κι ἄν τόν βρεῖ, πρέπει νά εἶναι πολύ σύντομος στή συνάντηση μαζί του, γιατί τό πλῆθος ἔξω πού περιμένει, ἀδημονεῖ καί συγχύζεται. 
Ἔτσι συμβαίνει τό παράδοξο: νά πηγαίνω σέ καλό πνευματικό, ἀλλά νά μήν ἐξομολογοῦμαι καί νά μή καθοδηγοῦμαι σωστά! 

Ἡ ἐπιλογή τοῦ τυχαίου πνευματικοῦ: «ὅποιος βρεθεῖ μπροστά μου».

Ἡ περίπτωση αὐτή, μολονότι δέν στηρίζεται σέ ὀρθό κριτήριο, – τό εἴδαμε μάλιστα καί προηγουμένως μέ τό περιστατικό τοῦ Γεροντικοῦ – φανερώνει κάποια θετικά στοιχεῖα γιά τόν πιστό: 

α. Ἄν δέν συνιστᾶ μιά τυπική διαδικασία ἡ ἐξομολόγηση γι’ αὐτόν, ἡ ἀναζήτηση τοῦ ὅποιου πνευματικοῦ δείχνει ὅτι ὁ προσερχόμενος σ’ αὐτόν πιέζεται ἀπό κάποιο ἐσωτερικό του πρόβλημα, γιά τό ὁποῖο πιστεύει ὅτι θά βρεῖ λύση σέ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. 

β. Ἡ καταφυγή σέ ὅποιον πνευματικό βρῶ, δείχνει ἀπό τήν ἄλλη τήν πίστη τοῦ ἁπλοῦ συνήθως ἀνθρώπου στούς κληρικούς, ἀφοῦ προφανῶς ὅλους τούς βλέπει ἐξιδανικευμένα μέ δυνατότητα νά τόν βοηθήσουν καί νά τόν ἀποκαταστήσουν στή σχέση του μέ τόν Θεό! 
Ἐξηγήσαμε ὅμως ὅτι τό κριτήριο αὐτό δέν εἶναι σωστό, γιατί μπορεῖ ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος νά μήν καθοδηγηθεῖ σωστά στήν πνευματική του πορεία καί συνεπῶς νά εἶναι καταστροφική γι’ αὐτόν ἡ συνάντηση μέ τόν πνευματικό. Ὅμως, ἀπό τήν ἄλλη, ἔχει ὁ Θεός! Συνήθως σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις δέν ἀφήνει τόν ἁπλό χριστιανό ἀβοήθητο, ἀλλά τοῦ στέλνει ἐκεῖνον πού θά τόν καθοδηγήσει ἤ καί ἀκόμη, μπορεῖ νά φωτίσει τόν ὅποιο πνευματικό, χάριν τῆς ταπείνωσης τοῦ ἐξομολογουμένου, νά πεῖ τά δέοντα πού τοῦ χρειάζονται. 

Ἡ ἐπιλογή τοῦ θεωρούμενου ἐπιεικῆ πνευματικοῦ.

Ἡ περίπτωση αὐτή ἐκ πρώτης ὄψεως θεωρεῖται ἡ χειρότερη: ἐπιλέγει ὁ πιστός ἐκεῖνον τόν πνευματικό, πού κύριο γνώρισμά του ἔχει τήν ἐπιείκεια, δηλ. δέν ἐλέγχει μέ αὐστηρότητα, δέν βάζει κανόνες, εἶναι συγκαταβατικός πρός τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ ἐπιλογή αὐτή φανερώνει ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δέν φαίνεται νά ἔχει γνήσια διάθεση μετανοίας καί ἀλλαγῆς, καί ἁπλῶς θέλει νά ἔχει ἕναν πνευματικό, πού νά καταφεύγει κατά καιρούς πρός ἐφησυχασμό τῆς συνειδήσεώς του. Στό βάθος ὁ ἁμαρτωλός τρόπος ζωῆς εἶναι ὁ ἀρεστός σ’ αὐτόν καί μᾶλλον ἡ κεντρική ἐπιλογή τῆς ζωῆς του. Μέ ἄλλα λόγια ὁ πιστός αὐτός «ἐκπειράζει τόν Θεόν» (πρβλ. Ματθ. 4,7), ἔστω καί ἀνεπίγνωστα, ὁπότε ἀντί νά συναντᾶ τόν Θεό ὡς σωτήρα καί παρηγορητή, Τόν συναντᾶ ὡς ὀργή καί τιμωρία! «Ἑκουσίως γάρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν μετά τό λαβεῖν τήν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, οὐκέτι περί ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία, φοβερά δέ τις ἐκδοχή κρίσεως καί πυρός ζῆλος ἐσθίειν μέλλοντος τούς ὑπεναντίους» (Ἑβρ. 10, 26-27). (Γιατί, ἄν ζοῦμε στήν ἁμαρτία μέ τή θέλησή μας παρ’ ὅλο πού γνωρίσαμε καλά τήν ἀλήθεια, δέν ἀπομένει πιά καμιά θυσία γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἀντίθετα, μᾶς περιμένει φοβερή κρίση καί τρομερή φωτιά, που θά καταφάει αὐτούς πού εἶναι ἀντίθετοι στόν Θεό). Ἐδῶ ἔχουμε τό φαινόμενο κατά τό ὁποῖο φεύγει ὁ ἐξομολογούμενος ἀπό τήν ἐξομολόγηση καί ἔχει μεγαλύτερο βάρος στήν καρδιά του ἀπ’ ὅ,τι ὅταν ἦλθε, ἀφοῦ στήν πραγματικότητα αὔξησε τίς ἁμαρτίες του!

Ὅμως ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη ὄψη, ἡ ὁποία πρέπει ἰδιαιτέρως νά προβληματίσει ἐμᾶς τούς κληρικούς: πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι κάποιος μπορεῖ νά ἀναζητεῖ τόν ἐπιεική πνευματικό γιά λόγους ψυχολογικούς κι ὄχι γιά λόγους ἀμετανοησίας, – μιλᾶμε γιά εὐαίσθητους συνήθως ἀνθρώπους πού δέν ἀντέχουν τήν αὐστηρότητα καί τόν ἔλεγχο – δείχνει ἡ ἀναζήτηση συχνά τοῦ ἐπιεικῆ πνευματικοῦ τήν εἰκόνα πού ἔχουν διαμορφώσει πολλοί ἄνθρωποι γιά ἐμᾶς τούς κληρικούς: τῶν αὐστηρῶν καί ἄτεγκτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦμε νά συγκαταβοῦμε στίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες! Ἔχουν δηλ. τήν εἰκόνα στήν πραγματικότητα τῶν Φαρισαίων καί Σαδδουκαίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, καί συνεπῶς μιά εἰκόνα ἡ ὁποία δέν ἔχει καμμία σχέση μέ αὐτήν πού ἀπεκάλυψε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός: τοῦ στοργικοῦ πατέρα, τοῦ φίλου καί ἀδελφοῦ, ὁ ὁποῖος συγκαταβαίνει – ὄχι ἀμνηστεύει – στίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ἕτοιμος νά χαρεῖ ἤ νά κλάψει μέ τούς ἀνθρώπους. 

Στίς τελευταῖες περιπτώσεις ἔχουμε ἀξιοσυμπάθητους ἀνθρώπους, πού τό σκεπτικό τους καί ἡ ἀναζήτησή τους δέν διαφέρει καί πολύ ἀπό τό σκεπτικό καί τήν ἀναζήτηση τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω, ὁ ὁποῖος, κατά τή μαρτυρία τοῦ γέροντος Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ, «κάποια φορά ὅταν ἦταν μικρός, ἔβρασε χοιρινό κρέας κι ἔφαγε ὅλη ἡ οἰκογένειά του, ἀλλά ἡμέρα Παρασκευή. Καί πέρασε μισό ἔτος ἀπό τότε, ἕως ὅτου τό χειμώνα, μιά γιορτή, ὁ πατέρας εἶπε στόν Συμεών (μετέπειτα ἅγιο Σιλουανό) μ’ ἕνα γλυκό χαμόγελο: – Θυμᾶσαι, παιδί μου, πού μοῦ ἔβρασες χοιρινό κρέας στό χωράφι; Ἦταν Παρασκευή, ξέρεις, καί τό ἔτρωγα σάν νά ἦταν πτῶμα.

– Καί γιατί δέν μοῦ τό εἶπες τότε;

– Δέν ἤθελα νά σέ συγχύσω, παιδί μου.

Διηγούμενος ὁ Γέροντας Σιλουανός γεγονότα ἀπό τή ζωή του στό πατρικό σπίτι προσέθετε: «Νά, τέτοιο γέροντα ἤθελα νά ἔχω: ποτέ δέν θύμωνε καί ἦταν πάντοτε μετρημένος καί ἥσυχος. Σκεφτῆτε, ἔκανε ὑπομονή μισό χρόνο καί βρῆκε τήν κατάλληλη στιγμή, ὥστε νά μέ διορθώση καί νά μή μέ συγχύση»!

Τελικά λοιπόν, πῶς θά πρέπει νά γίνει ἡ ἐπιλογή τοῦ πνευματικοῦ;

1. Καταρχάς ἐξηγήσαμε ὅτι ἄν κανείς εἶναι καλοπροαίρετος, καί κακή ἐπιλογή νά κάνει, δέν θά τόν ἀφήσει ὁ Θεός. Γιατί τελικά ἡ ἐξομολόγηση καί ἡ πνευματική καθοδήγηση ἐξαρτῶνται πρωτίστως ἀπό τόν ἴδιο τόν ἐξομολογούμενο πιστό. Ἄν ὁ πιστός προσέρχεται ἐν μετανοίᾳ καί ταπεινώσει, τότε καί μιά πέτρα θά κάνει ὁ Θεός νά μιλήσει. Δέν εἶναι ἄδικος ὁ Θεός γιά νά νά ἀδικήσει μιά καλοπροαίρετη καρδιά. Ὅπως καί τό ἀντίθετο: καί τόν πιό ἅγιο πνευματικό νά πλησιάσει κάποιος, ἄν δέν εἶναι καλοπροαίρετος, σέ τίποτε δέν θά ὠφεληθεῖ. Εἶναι αὐτό πού ἔλεγε ὁ γέροντας Παΐσιος σέ κάποιους πού τόν πλησίαζαν ἀπροετοίμαστοι: «πηγαίνετε πρῶτα νά ἐξομολογηθεῖτε ἐν μετανοίᾳ καί μετά ἐλᾶτε νά συζητήσουμε. Γιατί τώρα, σέ κατάσταση ταραχῆς, ὅ,τι σᾶς πῶ, θά τό διαστρεβλώσετε».

2. Ἀνθρωπίνως ὅμως χρειάζεται ὁ πιστός νά κάνει ἐπιλογή. Καί τό κριτήριο πρέπει νά εἶναι τό πνευματικό συμφέρον του. Δηλ. νά ἐπιλέξει ἐκεῖνον πού πληροφορούμενος γι’ αὐτόν μπορεῖ νά τόν βοηθήσει νά ξεπεράσει τά πάθη του. Αὐτό σημαίνει ὅτι στήν ἀρχή τῆς ἐπιλογῆς πρέπει νά εἶναι κανείς ἐπιφυλακτικός. Κι ἄν δεῖ ὅτι ὄντως βοηθεῖται ἀπό τόν πνευματικό, ἐκεῖ νά ἐπιμείνει, ἀποφεύγοντας ὅμως τούς δύο σκοπέλους: 

α. τήν ἀπολυτοποίηση τοῦ πνευματικοῦ του, κάτι πού ὁδηγεῖ σέ ρήξη μέ ἄλλους καί ἀποκαλύπτει μεγάλο ἐγωσμό, καί 

β. τήν περιφρόνηση κάποια στιγμή τοῦ πνευματικοῦ, λόγω ἴσως κάποιων ἀνθρωπίνων ἀτελειῶν του. Ἄς ἀκούσουμε λίγο τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος ὁ ὁποῖος σέ παρόμοιο προβληματισμό γιά ἐκεῖνον πού θέλει νά γίνει μοναχός ἀναφέρει:
«Ἐάν βρέθηκες σέ ἕνα ἄγνωστο πνευματικό ἰατρεῖο καί ἰατρό, ἄς συμπεριφέρεσαι σάν περαστικός καί ἄς πλουτήσης ἀθόρυβα τήν πεῖρα σου μέ ὅλα ὅσα θά παρατηρήσης ἐκεῖ. Καί ὅταν βλέπης ὅτι θεραπεύονται ἐκεῖ οἱ ἀσθένειές σου καί μάλιστα ὁ ὄγκος τῆς ὑπερηφανείας σου -τό πιό σπουδαῖο καί περιζήτητο- τότε ἀποφάσισε νά παραμείνης…». 

«Ἐκεῖνοι πού ἀλλάζουν εὔκολα Μοναστήρι (πνευματικό θά λέγαμε ἐμεῖς), εἶναι τελείως ἀπρόκοφτοι. Διότι τίποτε δέν συντελεῖ τόσο στήν ἀκαρπία, ὅσο ἡ ἔλλειψις ὑπομονῆς».

 «Ἀνάλογα μέ τά πάθη πού ὑπάρχουν μέσα μας, πρέπει νά κοιτάξουμε καί νά ἐκλέξουμε τούς Γέροντες, ὅπου θά ὑποταγοῦμε. Δηλαδή: ἄν εἶσαι ἐπιρρεπής στή λαγνεία, διάλεξε ὡς γυμναστή σου ἕναν ἀσκητικό καί αὐστηρότατο στή νηστεία Γέροντα. Μή διαλέξης κανέναν σπουδαῖο καί θαυματουργό, ὁ ὁποῖος ὅμως φιλοξενεῖ πρόθυμα καί στρώνει τραπέζι στόν καθένα. Ἐάν πάλι εἶσαν ὑπερήφανος, διάλεξε Γέροντα ἀπότομο καί ἀνυποχώρητο, καί ὄχι κανέναν πρᾶο καί φιλεύσπλαχνο». 

 «Ἄς μή ζητοῦμε Γέροντες προγνωστικούς καί προορατικούς, ἀλλά πρό πάντων καί ὁπωσδήποτε ταπεινούς καί καταλλήλους γιά τήν θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν μας – πράγματα πού θά φαίνονται καί ἀπό τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους καί ἀπό τόν τόπο καί τήν κατάσταση τῆς ἀσκήσεώς τους». 

3. Πρίν νά τελειώσουμε, θά θέλαμε νά θίξουμε δι’ ὀλίγων καί ἕνα θέμα πού πολλές φορές τίθεται: μπορῶ νά ἀλλάξω πνευματικό; Ἤ: μπορῶ κάποια φορά νά πάω καί ἀλλοῦ; Ἡ ἀπάντηση, νομίζουμε ὅτι μέ ὅσα προηγήθηκαν ἔχει μᾶλλον δοθεῖ: Καί βεβαίως μπορεῖ νά ἀλλάξει, ὅταν διαπιστώνει ὅτι μέ τόν πνευματικό πού ἔχει δέν βοηθεῖται στήν κατά Χριστόν προκοπή του. Ἀρκεῖ αὐτό νά μή γίνεται συχνά, διότι περιπίπτει στήν κατάσταση πού μόλις προηγουμένως περιγράψαμε ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη. Μέ ἄλλα λόγια, ὅταν κάποιος ἔχει ἤδη ἔχει ἀλλάξει πνευματικό μιά φορά, καί στή συνέχεια ἔχει πάλι τόν ἴδιο λογισμό, τότε κατά πᾶσα πιθανότητα δέν φταίει σέ τίποτε ὁ πνευματικός, ἀλλά ὁ συγκεκριμένος πιστός. Πρόκειται γιά τόν «ἀνεπρόκοφτο» τοῦ ἁγίου Ἰωάννη. Ὑπάρχουν δέ καί περιπτώσεις πού καί ὁ ἴδιος ὁ πνευματικός πρέπει νά προτρέψει τόν πιστό νά φύγει ἀπό κοντά του καί νά ὁδηγηθεῖ σέ ἄλλον πνευματικό. Διότι κρίνει ὅτι ἔτσι ὑπηρετεῖται τό πνευματικό συμφέρον τοῦ ἐξομολογουμένου. Δέν θίγεται ὁ ἐγωισμός μας, -δέν εἶναι ἄλλωστε χριστιανικό αὐτό- ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι κάποιον πιστό δέν μποροῦμε νά τόν βοηθήσουμε. Ἡ ἀγάπη πάντοτε πρέπει νά εἶναι τό κριτήριό μας. Ἰδού καί σ’ αὐτό τό σημεῖο τί διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης: 

«Ἐξέτασε μήπως ἰδῆς δέντρα, τά ὁποῖα στόν ἰδικό σου ἀγρό πιάνουν ἄδικα τόν τόπο, ἐνῶ μποροῦν ἴσως νά καρποφορήσουν σέ ἄλλο. Αὐτά μήν ἀμελήσης νά τά συμβουλεύσης μέ ἀγάπη νά ἀποσπασθοῦν ἀπό τόν ἰδικό σου ἀγρό καί νά μεταφυτευθοῦν ἀλλοῦ». 

4. Τέλος, εἶναι περιττό καί νά ἀναφέρουμε ὅτι κριτήριο ἐπιλογῆς εἶναι καί τό ἄν ὁ πνευματικός ἔχει ἀκουστεῖ ὅτι δημοσιεύει ἐξομολόγηση πιστοῦ. Θεωρεῖται τότε δεδομένο ὅτι πρέπει νά ἀποχωριστεῖ ἀπό αὐτόν, κάτι πού καί ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία μας τό ὑπονοεῖ, ἀφοῦ θέτει τόν τέτοιο πνευματικό ὑπό κρίση καί ἀκόμη σέ καθαίρεση. «Πουθενά, ἄλλωστε δέν φαίνεται ὁ Θεός νά δημοσίευσε ἐξομολόγηση πού ἄκουσε» (ἅγ. Ἰωάννης). Δέν μποροῦμε ἐμεῖς νά εἴμαστε ὑπέρτεροι καί σ’ αὐτό τό σημεῖο τοῦ Θεοῦ.

Θά τελειώσουμε μέ κάποιες προτροπές τοῦ Μ. Βασιλείου, σχετικές μέ τόν προβληματισμό τοῦ θέματός μας: «Προσπάθησε, λέει, μέ πολλή φροντίδα καί περίσκεψη νά βρεῖς ἄνδρα σταθερό στήν πίστη, πού θά προπορεύεται καί θά εἶναι ὁδηγός στή ζωή σου, πού νά γνωρίζει καλά καί νά ὁδηγεῖ ἐκείνους πού βαδίζουν πρός τόν Θεό, γεμάτος ἀρετές, πού ἡ ἀγάπη του πρός τόν Θεό νά μαρτυρεῖται ἀπό τά ἴδια του τά ἔργα καί πού νά γνωρίζει τήν Ἁγία Γραφή. Νά εἶναι ἀπερίσπαστος, ἀφιλάργυρος, ὄχι πολυάσχολος, φίλος τῆς ἡσυχίας, θεοφιλής, φιλόπτωχος, ἀόργητος, ἀμνησίκακος, ἱκανός νά οἰκοδομεῖ ὅσους τόν πλησιάζουν, ἀκενόδοξος, ταπεινός, νά μή δέχεται κολακεῖες, νά μή μεταβάλει εὔκολα σκέψεις καί νά μήν προτιμάει τίποτε περισσότερο ἀπό τόν Θεό. Κι ἄν βρεῖς τέτοιον ὁδηγό, νά παραδώσεις τόν ἑαυτό σου σ’ αὐτόν…γιά νά βρεθεῖς καθαρό δοχεῖο, ὅπου θά διατηρεῖς τά ἀγαθά πού μπαίνουν μέσα στήν ψυχή σου, πράγμα πού θά εἶναι γιά σένα ἔπαινος καί δόξα». «…Ἄν ὅμως λυπᾶσαι τό σῶμα σου καί ζητᾶς δάσκαλο συγκαταβατικό πρός τά πάθη σου ἤ γιά νά μιλήσω σαφέστερα, πού νά συμμερίζεται τήν πτώση σου, μάταια ἀνέλαβες τό ἄθλημα τῆς (πνευματικῆς ζωῆς)…» (Β. Χαρώνη, Παιδαγ. Ἀνθρωπολογία Μ. Βασιλείου, σελ. 206 ἑξ.).

Εὐχηθεῖτε, λοιπόν, πρῶτα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ κληρικοί νά ἔχουμε βρεῖ τόν κατάλληλο γιά ἐμᾶς καί τά πάθη μας πνευματικό, τόν ὁποῖο κατά καιρούς θά ἐπισκεπτόμαστε γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας καί τήν καθοδήγησή μας, ὥστε ἐν ἐπιγνώσει καί πείρᾳ στή συνέχεια νά μποροῦμε νά προσφέρουμε τή διακονία μας ὡς πνευματικοί καί στόν ἐν συγχύσει, ἀλλ’ ἐν δίψῃ ψυχῆς τελοῦντα εὐλογημένο λαό μας. Διότι «καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον, καί εἶτα καθᾶραι, γενέσθαι φῶς καί εἶτα φωτίσαι». Διαφορετικά, θά ἀκοῦμε κι ἐμεῖς τό «ἰατρέ, θεράπευσον ἑαυτόν» τοῦ Κυρίου (Λουκ. 4,23), κι ἀκόμη χειρότερα, τό «τυφλός τυφλόν ἐάν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. 15,14).

 

Από το βιβλίο «Καρδία Καιομένη» των εκδόσεων ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ

Ακολουθήστε μας στο facebook