Άγιον Όρος: Αγιορείτες Άγιοι, εορτάζοντες την 11η Ιουλίου
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Άγιον Όρος: Αγιορείτες Άγιοι, εορτάζοντες την 11η Ιουλίου

Μέγεθος Κειμένου

Ο Άγιος Νικόδημος ο Ησυχαστής (†1322), ο Οσιομάρτυς Νικόδημος (†1722), ο Οσιομάρτυς Νεκτάριος (†1820) και ο Όσιος Κύριλλος ο Νέος (†1833) εορτάζονται σήμερα στο Άγιον Όρος.

 Άγιος Νικόδημος ο Ησυχαστής (†1322)

Είναι γεγονός πώς ή ιερά μονή Βατοπαιδίου κατά τον 14ο αιώνα, τον χρυσό αιώνα του Αγίου Όρους, αποτελεί ισχυρό, ακμαίο και φημισμένο κέντρο του ησυχασμού. Γι΄ αυτό συνάζει εντός και γύρω της σπουδαίες ησυχαστικές μορφές όπως τών αγίων Σάββα του Νέου, Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοθέου Κοκκίνου και Νικοδήμου του Ησυχαστού. «Όλοι τους ήταν θερμοί υπέρμαχοι της ησυχαστικής εμπειρίας και θεολογίας κι επιλέγουν ως τόπο ασκήσεως τους, είτε τη Μονή, είτε τα γειτονικά κελλιά της».

Ο όσιος Νικόδημος, κατά κόσμο Νικηφόρος, ασκήτευε σε κελλί κοντά στη μονή Βατοπαιδίου στις αρχές του 14ου αιώνα. Προήρχετο από το όρος του Αυξεντίου, πού βρισκόταν κοντά στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας και αποτελούσε περίφημο μοναστικό κέντρο από τον 5ο αιώνα. Λόγω επιδρομών τών Τούρκων ήλθε στό Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκε πλησίον της μονης Βατοπαιδίου. Εκεί τον βρήκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ασκούμενο και λόγω της μεγάλης του αρετής θέλησε να του υποταχθεί. Πληροφορίες σχετικές μας δίνει ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος στην εξαίσια βιογραφία του: Ο άγιος Γρηγόριος «παρά τη του Βατοπεδίου γενόμενος λαύρα Νικοδήμω φοιτά τω γενναίω, ανδρί θαυμαστώ κατά τε πράξιν και θεωρίαν, ως οι Άθω παροικούντες πλην ολίγων είσασι πάντες, κατά μεν τον Αυξεντίου βουνόν, ος απαντικρύ Βυζαντίου προς ανατολάς εν Χρυσουπόλει πέραν προς τω άκρω κείται της Προποντίδος, πρότερον πάσαν αρετής οδόν ησκηκότι προς άκρον, εν τη του Βατοπεδίου δ΄ ες ύστερον γενομένω και τους αυτούς της αρετής άθλους μετά της σης σπουδής και της προθυμίας επί πλείστον διηνυκότι, ένθα δη και του θαυμαστού και μακαρίου μακαρίως διά Χριστόν τετύχηκε τέλους. Τούτω τοίνυν καλώς ο καλός εκεί Γρηγόριος προσελθών αυτού πού σκηνουμένω καθ’΄ησυχίαν και κείρεται παρ’ αυτού και προς υποταγήν εαυτόν τελείαν εκδίδωσιν».

Ευρισκόμενος πλησίον του θεοφόρου αυτού Γέροντος ο άγιος Γρηγόριος είχε τελεία υπακοή και υποταγή, συνεχή νηστεία και αγρυπνία, ακατάπαυστη προσευχή, θερμή θεοτοκοφιλία, αγιοφάνειες και υψηλές πνευματικές καταστάσεις, στις όποιες τον οδηγούσε και διατηρούσε ο θεωρητικός και διακριτικός όσιος Νικόδημος. Κατά την περίοδο αυτή κατόπιν παρουσίας του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου του υποδείχθηκε να επαναλαμβάνει στην προσευχή του· «Φώτισόν μου το σκότος».

Ολοι οι βιογράφοι του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αναφέρονται στον Γέροντα του όσιο Νικόδημο και τον ονομάζουν: «γενναίον και θαυμαστόν Μοναχόν κατά πράξιν και θεωρίαν, γνωστόν εις ολόκληρον το Άγιον Όρος διά την αρετήν του». «Πολύ γνωστόν σε όλους τους αγιορείτας. ο Νικόδημος ζούσε ησυχαστικά και ήταν μεγάλος Γέροντας». Πηγή όλων των πληροφοριών είναι ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος.
Κατά τον άγιο Φιλόθεο· «Τρίτος ενιαυτώς τω Γρηγορίω μετά την αποταγήν ην και Νικόδημος ο καθηγητής και πατήρ πλήρης ημερών των τε Θεών ομού γεγονώς και των ανθρωπίνων ευκλεώς και μακαρίως όντως εξεδήμει προς Κύριον». Έμεινε λοιπόν ο άγιος Γρηγόριος παρά τον όσιο Νικόδημο επί μία τριετία (1319-1322).
Η μνήμη του οσίου Νικοδήμου τιμάται στις 11 Ιουλίου. Ακολουθία εποίησε ο υμνογράφος Χαραλάμπης Μπούσιας.

Οσιομάρτυς Νικόδημος (†1722)

Ήλθε στον Άθωνα για να το συναντήσει καί, «αντί να εύρη το παιδίον να το τουρκίση, επέστρεψεν αυτός εις μετάνοιαν». Έμεινε εδώ και έγινε μοναχός στη σκήτη της Αγίας Άννης, στην Καλύβη της Αναλήψεως, που είναι κοντά στο Κυριακό. Για μία τριετία έκαμε «άκραν νηστείαν, κλαίων καθ’ εκάστην πικρώς, και παρακαλών τον Θεόν να του συγχωρήση το μέγα παράπτωμα της αρνήσεως». Αξιώθηκε θείων οραμάτων και χαρισμάτων και πόθησε να τελειώσει τον βίο του μαρτυρικά.

Με την ευχή του Γέροντος του, τις συμβουλές και ευλογίες του σημειοφόρου οσίου Ακακίου του Καυσοκαλυβίτη αναχώρησε για το μαρτύριο. Επέστρεψε στην πατρίδα του, αναγνωρίσθηκε από τους Τούρκους, τον συνέλαβαν και ο πασάς τον παρέδωσε στα αγριεμένα πλήθη. Μετά από τριήμερο βασανισμό αποκεφαλίσθηκε.

Οι χριστιανοί το μαρτυρικό του σώμα έθαψαν στο ναό της Θεοτόκου, όπου σώζεται μέχρι σήμερα, θαυματουργεί και ευωδιάζει. Μέρος των λειψάνων του φυλάγεται και στη σκήτη της Αγίας Άννης, όπου υπάρχει και χειρόγραφη ακολουθία του. Νεώτερη ακολουθία συνέθεσε ο ιερομόναχος Ιωάννης Δανιηλίδης και άλλοι.

Η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουλίου και αλλού στις 10 του αυτού μηνός.

 

Οσιομάρτυς Νεκτάριος (†1820)

Ο Άγιος Νεκτάριος καταγόταν από την κωμόπολη Βρύουλλα ή κοινώς Βουρλά της Μικράς Ασίας, την αρχαία πόλη των Κλαζομενών. Γεννήθηκε το 1795 από γονείς φτωχούς αλλά ευλαβείς και καλούς ορθόδοξους Χριστιανούς. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αναστάσιος Σκαφίδας και η μητέρα του Κυράνα Ήταν έξι ετών όταν έμεινε ορφανός από πατέρα και σε ηλικία δώδεκα ετών, για να προσπορίζεται τα προς το ζην, εργαζόταν με τη θέληση της μητέρας του, ως βοσκός μαζί με άλλους έξι νέους των καμηλών του Τούρκου αγά Χουσεΐν, προκρίτου του οθωμανικού χωριού Ζουμπέκι, το οποίο είναι κοντά στα Βρύουλλα, μια και κανείς Χριστιανός δεν βρέθηκε να έχει ανάγκη από υπάλληλο ή υπηρέτη. Κατά τη διάρκεια κάποιου λοιμού, όλοι εγκατέλειψαν το χωριό και μαζί με αυτούς και οι έξι νέοι με τις καμήλες που φρόντιζαν.
Έμειναν απομονωμένοι για αρκετό διάστημα και δεν έμαθαν τη λήξη του λοιμού, ενώ πείσθηκαν από τους Τούρκους ότι κανείς Χριστιανός δεν είχε σωθεί. Έτσι αφέθηκαν να εξισλαμισθούν! Κάποτε επέστρεψαν και τότε βέβαια διαπίστωσαν ότι είχαν πεισθεί με ψέματα, αλλά ήταν αργά. Ο Νικόλαος ήλθε στο σπίτι του, από όπου η μητέρα του τον έδιωξε κακήν κακώς λέγοντας ότι γέννησε Χριστιανό και όχι Τούρκο. Πολύ λυπημένος έφυγε και δεν επέστρεψε στο σπίτι του αγά, αλλά πήγε στη Σμύρνη. Εκεί συνάντησε ένα θείο του στον οποίο φανέρωσε το μυστικό του. Εκείνος λυπήθηκε πολύ και τον συμβούλευσε να πάει στη Ρωσία, όπου ανθούσε ο Μοναχισμός, να μετανοήσει για το μεγάλο αμάρτημά του και να διορθωθεί ψυχικά.

Ο Άγιος περιπλανήθηκε στη Βλαχία για αρκετό διάστημα, μέχρις ότου επέστρεψε στη Σμύρνη. Εκεί συνάντησε έναν Αγιορείτη μοναχό, στον οποίο εξομολογήθηκε με συντριβή καρδιάς. Ο μοναχός τον συμβούλευσε να πάει στο Άγιον Όρος, όπου σίγουρα θα έβρισκε τη σωτηρία της ψυχής του. Πράγματι, ο εικοσαετής Νικόλαος κατέληξε στη Σκήτη της Θεοπρομήτορος Αγίας Άννης, όπου συνάντησε ένα συμπατριώτη του μοναχό, τον όσιο Χατζή Στέφανο Αρμαγιανίδη. Με αυτόν συμπροσευχόταν και συναγωνιζόταν ο Νικόλαος. Δοκίμασαν πολλούς πειρασμούς από το Σατανά, αλλά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με προσευχή και νηστεία τούς ξεπέρασαν. Οι Πατέρες πολύ σύντομα τον έκριναν άξιο του Μεγάλου Αγγελικού Σχήματος, το οποίο έλαβε μετονομασθείς εις Νεκτάριον. Εκεί, μετά από πενταετείς αγώνες αναδείχθηκε σε σκεύος καθαρό και άξιο εργάτη των εντολών του Χριστού, και αφού εφοδιάσθηκε με όλα τα εφόδια της πίστεως, ήταν έτοιμος να αποβάλει κάθε γήινο και θνητό φρόνημα από πάνω του και να μιμηθεί το πάθος του Εσταυρωμένου! Με τις ευχές, λοιπόν, και τις ευλογίες των αγίων πνευματικών πατέρων και με τις δεήσεις τους προς τον Κύριο αναχώρησε και επέστρεψε στην πατρίδα του, συνοδευόμενος από τον Χατζή Στέφανο. Ο Χατζή Στέφανος πήγε στη Σμύρνη, ενώ ο Νεκτάριος στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Βρύουλλα.

Εκεί έμεινε με οθωμανικά ενδύματα μέχρι την εορτή του Μπαϊραμιού, για να μη δώσει υποψίες. Η μητέρα του και οι συγγενείς μάταια προσπάθησαν να του αλλάξουν γνώμη. Όταν η μητέρα του είδε ότι αυτό είναι αδύνατο, του έδωσε την ευχή της και του ζήτησε μια χάρη όταν αξιωθεί να λάβει τον Στέφανο του μαρτυρίου, εφόσον ζει αυτή θανατικό να μη φανεί εντός των Βρυούλλων. Την τρίτη ημέρα της εορτής, μετά από προσευχή και νηστεία, με συντριβή καρδιάς, ενδυναμωθείς από τον Κύριο παρουσιάσθηκε στον Κριτή, και, αφού τον χαιρέτησε στα τουρκικά κατά τη συνήθεια, τον ρώτησε: «Όταν ένας άνθρωπος δώσει μάλαμα, τι είναι δίκαιο να λάβει οπίσω, μάλαμα ή μπακίρι;» Βεβαίως μάλαμα, απάντησε ο Κριτής! Τότε ο Νεκτάριος του αποκρίθηκε λέγοντας «Λοιπόν λάβετε οπίσω το μακίρι το οποίο μου εδώκατε και μου επήρατε το μάλαμά μου.» Του εξήγησε με θάρρος ότι γεννήθηκε Χριστιανός, πλανήθηκε από τον Χουσεΐν αγά και εξισλαμίσθηκε, αρνούμενος την πίστη του. Βγάζοντας, δε, το σαρίκι και το φέσι του, τα πέταξε κάτω λέγοντας «Λάβετε τα σημεία της πίστεώς σας, εγώ Χριστιανός εγεννήθην, Νικόλαος και Χριστιανός θέλω να αποθάνω!». Ο Κριτής θύμωσε και αλλοιώθηκε η όψη του, αλλά βλέποντας το θάρρος και τη νεότητά του προσπάθησε να τον μεταπείσει με κολακείες. Στην άρνηση του Αγίου ο Κριτής βρίζοντάς τον, τον απέστειλε δεμένο στον Οθωμανό ηγεμόνα του τόπου, τον Χαλήμ Αγά, αλλά επειδή αυτός έλειπε στην Μελεμένη, έφεραν τον Άγιο στον Μπουλούκπασίν του. Εκείνος βλέποντάς τον σεμνοπρόσωπο και ωραίο και γεμάτο ζωή, άρχισε με πραότητα να τον ρωτά ποιος είναι και γιατί τον έφεραν με τέτοιο τρόπο μπροστά του. Ο Άγιος επανέλαβε τα ίδια και εκείνος θύμωσε πολύ, δεν έκρινε όμως σκόπιμο να αποφασίσει κάτι αντί του ηγεμόνα που έλειπε. Τον έριξαν, λοιπόν, στη φυλακή, ασφαλίζοντας τα πόδια του στον λεγόμενο ποδοκάκη και δένοντάς τον από τον λαιμό με αλυσίδα. Εκεί, επί πέντε μερόνυκτα, σε αυτή την κατάσταση, ο Άγιος, προσευχόμενος ανελλιπώς, περίμενε την επιστροφή του ηγεμόνα.
Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, τον επισκέφθηκαν πολλοί προύχοντες και πλούσιοι Μουσουλμάνοι προσπαθώντας να τον μεταπείσουν για τη δόξα της πίστης του, τάζοντάς του πλούτη και τιμές, αλλά αυτός δεν άλλαξε γνώμη. Όταν έφθασε ο ηγεμόνας, ημέρα Παρασκευή, διέταξε να φέρουν μπροστά του τον Άγιο και τον ερώτησε: «Συ είσαι εκείνος που έχουν στη φυλακή, διότι είχες δεχθεί την πίστη μας και την αρνείσαι τώρα;». «Ναι», του απάντησε με θάρρος ο Άγιος και τίποτα δεν στάθηκε δυνατό να του αλλάξει γνώμη, παρά τις παροτρύνσεις και τις κολακείες του ηγεμόνα, ο οποίος τον παρακαλούσε να έλθει στον εαυτό του και να λυπηθεί τα νιάτα του και την ομορφιά του. Ο Άγιος απαντούσε: «Εγώ κρατώ τη χριστιανική μου πίστη, και το γλυκύτατο όνομα του Χριστού μου κηρύττω και μεγαλύνω δια παντός, προσκυνών Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα. Επικαλούμαι πάντοτε την Κυρίαν μου Θεοτόκον εις βοήθειάν μου και αψηφώ και τας παιδείας σας και τα βάσανα και αυτόν τον θάνατον!». Ο ηγεμόνας διέταξε πάλι να τον ρίξουν στη φυλακή και στον ποδοκάκη χειρότερα από την πρώτη φορά. Εκείνη, λοιπόν, την νύκτα της Παρασκευής, ξημερώματα προς το Σάββατο, ζήτησε ο μακάριος να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και την δια της προσευχής βοήθεια των ιερέων. Το Σάββατο το πρωί, αφού με άπειρη συγκίνηση μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων ήταν έτοιμος για τον αγώνα του. Εκείνη την ίδια ημέρα ο ηγεμόνας προσπάθησε ξανά να τον μεταπείσει, αλλά και πάλι μάταια. Στο τέλος, ο ηγεμόνας απελπισμένος πρόσταξε τους δήμιους να τον βασανίσουν ανηλεώς, εκείνοι δε τον έδερναν άγρια και του έβαζαν τάσια χάλκινα πυρακτωμένα στο κεφάλι και άλλα διάφορα, μέχρι που ο Άγιος έμεινε ημιθανής. Έπειτα τον έριξαν ως νεκρό πάλι στη φυλακή, αλλά η Θεία Δύναμις πρόφθασε και για την καταισχύνη των Αγαρηνών και για στήριγμα της σωτηρίας των Χριστιανών, ο Μάρτυρας φάνηκε υγιής και ωραίος σαν πρώτα, ψάλλοντας το «Εξομολογήσομαί σοι Κύριε, εν όλη τη καρδία μου, διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσιά σου, ευφρανθήσομαι και αγγαλιάσομαι εν σοι, και σώσον τον δούλο σου ο Θεός μου, τον ελπίζοντα επί σε, … το έλεος σου το μέγα επ’ εμέ, … Συ Κύριος ο Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος, επίβλεψον επ’ εμέ, ιδέτωσαν οι μισούντες με και αισχυνθήτωσαν, …» και άλλους ψαλμούς και ευχές μέχρι την τρίτη ώρα της Κυριακής εκείνης, κατά την οποία εορταζόταν η μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας, στις 11 Ιουλίου του 1820.

Τότε μαζεύθηκαν οι προύχοντες των Οθωμανών και είπαν στον ηγεμόνα ότι δε συμφέρει να ζει πια αυτός ο νέος, ο οποίος φάνηκε απειθής και ντρόπιαζε τη θρησκεία τους. Ο ηγεμόνας τότε τον έστειλε ανυπόδητο, ασκεπή και σχεδόν γυμνό, ντυμένο μόνο με ένα πουκάμισο και ένα σώβρακο στον Κριτή, μπροστά στον οποίο απήγγειλε όλο το «Πιστεύω» χωρίς να δειλιάσει, εκείνος δε τον καταδίκασε στην κεφαλική τιμωρία. Σπρώχνοντας, λοιπόν οι δήμιοι, τον έφεραν στην τούρκικη αγορά, το λεγόμενο Μπάλκατζα παζάρι, κοντά στο σημερινό Εσκί Τζαμισί και το παλαιό Μεχκεμέ, για τον αποκεφαλισμό του. Εκεί, ήταν ένας Άραβας δήμιος έτοιμος να τον αποκεφαλίσει. Ο Άγιος γονάτισε μόνος του, ενώ ο δήμιος για να τον εκφοβίσει τον μετατόπισε τρεις φορές και τέλος παρόλο που τον κτύπησε με όλη του τη δύναμη, έκοψε μόνο κατά δύο δάκτυλα τον μακάριο λαιμό του! Κλήθηκε άλλος δήμιος αγριότερος του πρώτου, ένας αιμοβόρος Ζεϊμπέκης, ο οποίος τον έριξε πρηνή και κρατώντας την κεφαλή του από τα μαλλιά τον αποκεφάλισε, και έτσι ετελειώθη ο Μάρτυς.
Μετά από αυτό, το ιερό σώμα του έμεινε άταφο, επί τρεις ημέρες προς περιφρόνηση, ενώ στη συνέχεια έριξαν το Άγιο Λείψανό του σε ένα ξεροπήγαδο μεγάλου βάθους ρίχνοντας πάνω του πέτρες και ξύλα, παραχώνοντάς το. Η ανακομιδή του Αγίου Λειψάνου έγινε από τον ιεροδιάκονο Καλλίνικο Τζανετολιάρη, ο οποίος μόλις έμαθε ότι το Άγιο Λείψανο βρισκόταν όχι κάτω από τις πέτρες και τα ξύλα, αλλά θαυματουργικά πάνω από αυτά, πήγε τη νύκτα και κατεβαίνοντας μέσα στο πηγάδι, πήρε το Άγιο Λείψανο το οποίο έθαψε σε ένα μέρος της οικίας του. Μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή των Λειψάνων του, τα οποία φύλαξε από μισά με τον Χατζή Στέφανο για είκοσι χρόνια, οπότε και εν τέλει μεταφέρθηκαν από τον Χατζή Στέφανο στο Άγιον Όρος, στη Σκήτη της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης, όπου και εναποτέθηκαν. Η μητέρα του Αγίου έλαβε μέρος από τον λαιμό του, το οποίο πολλές θεραπείες παρείχε στους ασθενείς μέχρι το 1836, οπότε απέθανε η μητέρα του Αγίου. Μέχρι τότε, εξάλλου, η καταραμένη ασθένεια, το θανατικό, δεν παρουσιάσθηκε στα Βρύουλλα, σύμφωνα και με την παράκληση της μητέρας του προς τον Άγιο, παρά μόνο μετά τον θάνατό της. Το σπίτι, πάντως, του Αγίου στα Βουρλά, ήταν τόπος προσκυνήματος, όπως αποδεικνύει και η επίσκεψη του Γέροντος της «Αναλήψεως», Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη (1871-1957), όταν με το χέρι της Αγίας Μαγδαληνής επισκέφθηκε τα Βουρλά γιατί είχαν πέσει ακρίδες, οι οποίες μετά τη λιτανεία έπεσαν στη θάλασσα.
Πολλοί από τους συμπατριώτες του Αγίου ζωγράφισαν την εικόνα του και την τοποθέτησαν στο εικονοστάσι του σπιτιού τους, ενώ η συντεχνία των αρτοποιών τον ανακήρυξε σε ιδιαίτερο προστάτη της και αφού ζωγράφισαν σε μεγάλο σχήμα τον Άγιο μαζί με την Αγία Ευφημία, κατέθεσαν την εικόνα αυτή στον Ιερό Ναό της Παναγίας των Βρυούλλων.

Η Τίμια Κάρα του Αγίου ενδόξου Νέου Οσιομάρτυρος Νεκταρίου, του εκ Βρυούλλων, φυλάσσεται μαζί με άλλα πολύτιμα Λείψανα Αγίων στο Καθολικό της Σκήτης της Αγίας Άννης, στο Άγιο Όρος, ενώ τμήματα του Αγίου Λειψάνου του βρίσκονται και τιμώνται και στα ναΐδρια των Καλυβών της Σκήτης. Οι Πατέρες της Σκήτης αρχικά και οι συμπολίτες του Αγίου αργότερα, το 1866, φρόντισαν να συνταχθεί ο βίος και ακολουθία του Αγίου, η οποία υπεβλήθη στην Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και έτυχε της εγκρίσεως αυτής. Έπρεπε, λοιπόν, να αναφέρεται με το όνομα Νεκτάριος στην βιογραφία του και στην ακολουθία του, επειδή όμως οι πατριώτες του τον γνώριζαν με το όνομα Νικόλαος προτιμήθηκε, τουλάχιστον σε εκείνες τις παλαιότερες βιογραφίες και ακολουθίες το όνομα αυτό. Σε επόμενες ακολουθίες, όπως π.χ. σε εκείνη που συνέγραψε ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, αποκαταστάθηκε αυτή η ανακολουθία.
Ναοί του Αγίου υπάρχουν ήδη δύο στην Κρήτη και είναι το δεξιό κλίτος του τρίκλιτου Ι. Ναού της του Θεού Σοφίας, στην πόλη του Ηρακλείου, και το αριστερό κλίτος του δίκλιτου Ι. Ναού των Αγίων Ιωάννου του Προδρόμου και Νεκταρίου του εκ Βρυούλλων στα Μέσα Μουλιανά Σητείας, ενώ αυτή τη στιγμή ανεγείρεται τρίτος, μονόκλιτος, στη Σύλλαμο Ηρακλείου, όπου οι περισσότεροι κάτοικοι είναι απόγονοι Βουρλιωτών που ήρθαν εδώ το 1922. Ένας τέταρτος ναός είναι εκείνος του τρίκλιτου Αγίου Γεωργίου Νέας Ιωνίας Αττικής, όπου ο Άγιος κατέχει το δεξιό κλίτος.

 

Όσιος Κύριλλος ο Νέος (†1833)

Γεννήθηκε στην Μάρπησσα της Πάρου το 1748 και είχε το επώνυμο Παπαδόπουλος. Νέος μετέβη στο Άγιον Όρος και έγινε μαθητής της Βατοπαιδινής Αθωνιάδος Σχολής. Διδάσκαλο του είχε το συντοπίτη του όσιο Αθανάσιο τον Πάριο από τον οποίο «αντέγραψε και εφάρμοσε ισόβια τον πύρινο ζήλο και την ασταμάτητη, ακαταπόνητη δράση για τη δόξα του Παντοκράτορα».
Ό σχολάρχης της Αθωνιάδος άρχιμ. Νικηφόρος Μικραγιαννανίτης αναφέρει ότι «κατά. την εποχή του Παρίου ή Αθωνιάς γνώρισε λαμπρές ήμερες και μαθητές του πρόκοψαν στην αρετή όπως ο Νεομάρτυρας άγιος Αθανάσιος Κουλακιώτης και ο κτίτορας της Μονής του Μεγάλου Δένδρου στην Πάρο όσιος Κύριλλος Παπαδόπουλος». Στο Άγιον Όρος παρέμεινε ως μοναχός αρκετό χρόνο διδασκόμενος τα «ιερά γράμματα», αλλά και τη θύραθεν σοφία και συνδέθηκε με το αναγεννητικό κίνημα των ιεροπρεπών κολλυβάδων και τους κυρίους εκπροσώπους του. Μεταξύ αυτών ήταν και οι αυτάδελφοι Ιερόθεος και Φιλόθεος Γεωργίου, που κατόπιν μετέβησαν στην Πάρο και έγιναν νέοι κτίτορες και ανακαινιστές της ιεράς μονής Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας. Κατά την παραμονή του στο Άγιον Όρος «ή συναναστροφή του με τους οσίους γέροντες και ο πόθος του για αύξηση της αρετής τον ανέδειξαν διαπρεπή πατέρα, του οποίου ή αρετή και ή παιδεία δεν συγκρινόταν με κανενός άλλου συγχρόνου του Αγιορείτου ασκητού».

Μετά την αναχώρηση του από το Άγιον Όρος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για τις αρετές του και τις γνώσεις του τον διορίζει «γενικδν ιεροκήρυκα Αιγαίου». Κατέστη διαπρύσιος κήρυκας του θείου λόγου και «όπου επήγαινε έστηνε, καθώς ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ένα μεγαλόσταυρο και μ’ αυτόν για σύμβολο και λάβαρο εκφωνούσε πύρινους λόγους». Τα φλογερά του και συνεχή κηρύγματα ήταν λίαν εποικοδομητικά αλλά και διακριτικά ελεγκτικά. Κατά το μυστήριο της εξομολογήσεως και των ιδιαιτέρων συζητήσεων ήταν αρκετά φιλόστοργος, παραμυθητικός κι ενισχυτικός.

Το 1811 συναντάται ως ιεροκήρυκας και εξομολόγος στην Αττική. Γράφει σχετικά ένας ευεργετηθείς νέος για τη συνέχιση των σπουδών του: «Διέβη εκείθεν ο Ιεροκήρυξ Κύριλλος εκ Πάρου, τον όποιον ή κοινή φήμη ωνόμαζεν ασκητήν, επειδή εξήλθεν εκ του όρους του Άθωνος, όπου πριν εμόναζε και περιήρχετο τας νήσους του Αιγαίου Πελάγους και τα χωρία της Ελλάδος κηρύττων τον λόγον του Θεού και εξομολογών τους προσερχομένους προς αυτόν προς τον σκοπόν τούτον». Το 1823 βαπτίζει Οθωμανίδα στην Πάρο.

Ό σπουδαίος αυτός ιεραπόστολος και λίγο γνωστός και ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεως έφθασε κηρύττοντας μέχρι την Καισάρεια της Καππαδοκίας και το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Ό όσιος Κύριλλος διέπρεψε και ως «Ιδανικός παιδαγωγός, εξομολόγος και πνευματικός καθοδηγητής. Ιδιαίτερα με τη θεία λατρεία και τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας δυνάμωνε, παρηγορούσε, στερέωνε, και έκανε καταληπτή σ’ όλους την ένσαρκο οικονομία του ακαταλήπτου Λόγου του Θεού. Η παρρησία του μπροστά στους ισχυρούς πολιτικούς και εκκλησιαστικούς άνδρες ήταν τόση, που δε δίσταζε να τους ελέγχει, ως άλλος Πρόδρομος και Ηλιού, για τυχόν αταξίες και αδικίες, παρ΄ όλο που αυτή ή συμπεριφορά του κόστισε πολύ. Απειλήθηκε, υπέστη κακώσεις και πολλές απόπειρες δολοφονίας από τους αλλοπίστους».

Η παραμονή και παρουσία του στην Πάρο δημιούργησε επιρροή στους ευσεβείς κατοίκους της, θερμό φιλομόναχο πνεύμα και αναγέννηση στον μοναχισμό του νησιού. Κατά τη διαμονή του στη μονή του Αγίου Αντωνίου Μάρπησσας τον επισκέφθηκαν ο όσιος Αρσένιος μετά του Γέροντος του Δανιήλ, όπως αναφέρει ο όσιος Φιλόθεος Ζερβάκος: «Ήλθον εις Πάρον μόνον με τα ράσα που εφόρουν φεύγοντες την κατ’ αυτών επιδρομήν του Δράμαλη, τους έστειλεν ο Ηγούμενος Φιλόθεος εις την μονήν του Αγίου Αντωνίου κειμένην εν Μαρπίσση προς τον εκεί διαμένοντα διάσημον Ιεραπόστολον Εθνοκήρυκα Κύριλλον Παπαδόπουλον όστις ησύχαζεν εκεί με τινάς αδελφούς Αγιορείτας εκ των λεγομένων Κολλυβάδων οίτινες είχον καταφύγει εκεί προς ησυχίαν».
Ο όσιος Κύριλλος υπήρξε ανακαινιστής της μονής των καλογραιών Χριστού Δάσους Πάρου» «εις πάσαν χρείαν αυτής επαρκών, πνευματικός πατήρ συμβουλεύων, συντρέχων, βοηθών, παραμυθούμενος. Ιδιαιτέρως δε συνδεδεμένος προς τους εν τη Μονή Λογγοβάρδας γέροντας Φιλόθεον και Ιερόθεον και διά πάσης τιμής και αγάπης αυτούς περιέπων ανέθηκεν εις τον πρώτον να συντάξη τον Κανονισμόν της Μονής Καλογραιών». Υπήρξεν επίσης ανακαινιστής της ιεράς μονής Αγίου Γεωργίου Λαγκάδα και ο μεσολαβητής για την αναβίωση της μονής Λογγοβάρδας και της μονής Φανερωμένης Νάξου.

Ο όσιος Κύριλλος πλουτίσθηκε από το χάρισμα της προοράσεως και της θαυματουργίας. Σταύρωσε φίδι και νεκρώθηκε, έθεσε το ράσο του στη θάλασσα και ταξίδευσε και κτύπησε τον βράχο στην άνυδρη μονή του Αγίου Γεωργίου κι εξήλθε αγίασμα που τρέχει μέχρι σήμερα. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 11 Ιουλίου 1833 στη μονή του Αγίου Γεωργίου, της οποίας υπήρξε ανακαινιστής και ηγούμενος κι εκεί ετάφη. Η τιμία κάρα του σώζεται στη μονή του Αγίου Γεωργίου. Η μνήμη του τελείται στις 11 Ιουλίου.

 

Πηγή: agioritikesmnimes.blogspot.com

orthodoxia.online – Η Ορθόδοξη ματιά στα γεγονότα